«Στον καβγά δεν είμαστε ποτέ μόνο δύo...»

2026-08-20
Τα φαντάσματά μας...

Στον καβγά δεν είμαστε ποτέ μόνο δύο.                                                                                                                                                                         ψ: «Δεν με σκέφτεσαι ποτέ!»                                                                                                                                                                                         Υ: «Τίποτα δεν κάνω σωστά για σένα!»

Εκείνη τη στιγμή, ίσως ο καβγάς να φαίνεται ότι αφορά ένα τηλεφώνημα, μια καθυστέρηση ή κάτι που ειπώθηκε με λάθος τρόπο. Όμως πολλές φορές αυτό που συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους είναι μεγαλύτερο από τη στιγμή που ζουν. Κάποιες φορές ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας, αγγίζει ένα σημείο μέσα μας που υπήρχε πολύ πριν τον γνωρίσουμε. Αυτό το σημείο μπορεί να είναι ο τρόπος που μάθαμε να αγαπάμε και να αγαπιόμαστε. Οι φόβοι μας, οι προηγούμενες απορρίψεις μας. Οι σχέσεις με τους γονείς ή τους σημαντικούς άλλους. Όσα μάθαμε να περιμένουμε από την αγάπη και όσα φοβόμαστε ότι θα ξαναζήσουμε. 

Στην περίπτωση Ψ λοιπόν, φαίνεται ότι έχουμε έναν άνθρωπο ο οποίος νιώθει πως δεν υπολογίζεται απο τον άλλον. Αν πλησιάσουμε όμως λίγο ακόμα και ανοίξουμε, όπως λέω και εγώ, την πόρτα στο πίσω δωμάτιο, ίσως αυτό το «δεν με σκέφτεσαι», στην πραγματικότητα να είναι «μήπως δεν είμαι σημαντική/ός για σένα;». Και στην περίπτωση του άλλου, μήπως το «τίποτα δεν κάνω σωστά για σένα» μέσα στο δωμάτιο να γίνεται «δεν είμαι αρκετή/ός για σένα;». Και ξαφνικά, ο ένας βρίσκεται να φοβάται την εγκατάλειψη και ο άλλος την αποτυχία. Και εκεί αρχίζει ο χορός του ζευγαριού. Αλλά στην πραγματικότητα δεν χορεύουν μόνο οι δυό τους. Μαζί τους έχουν όλα αυτά τα οποία φοβούνται, όλα αυτά απο τα οποία απειλούνται. Στην ουσία όμως, δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν.

Κάποιες φορές βρισκόμαστε να ζούμε ξανά και ξανά την ίδια ιστορία με διαφορετικούς ανθρώπους γιατί το βίωμα παραμένει ίδιο. Και αυτό μπορεί να είναι "δεν με διαλέγουν", "πρέπει να κυνηγήσω για να με αγαπήσουν", "αν δεν ελέγχω, θα χάσω τον άλλον", "αν δείξω τι χρειάζομαι, θα απορριφθώ". Και τότε, χωρίς πολλές φορές να το καταλαβαίνουμε, ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας παύει να είναι μόνο ο άνθρωπος του σήμερα. Για λίγο, γίνεται και όλοι εκείνοι που κάποτε μας έκαναν να νιώσουμε έτσι. Γίνεται εκείνος που δεν μας διάλεξε, εκείνη που δεν μας άκουσε, ο γονιός που δεν ήταν διαθέσιμος, ο άνθρωπος που έφυγε, εκείνος που μας έκανε να νιώσουμε ότι πρέπει να προσπαθήσουμε περισσότερο για να αξίζουμε την αγάπη του. Και έτσι, αντιδρούμε όχι μόνο σε αυτό που συμβαίνει τώρα, αλλά και σε όλα όσα έχουμε ζήσει πριν.

Ο ένας, λοιπόν, μπορεί να απομακρύνεται για να προστατευτεί και ο άλλος για να πλησιάσει περισσότερο. Ίσως γιατί φοβάται ότι θα τον χάσει. Έτσι, δημιουργείται ένας κύκλος, μέσα στον οποίο προσπαθούν και οι δύο να προστατευτούν, αλλά τελικά και οι δύο πληγώνονται.

Πολλές φορές, αυτό που μοιάζει με επίθεση, είναι στην πραγματικότητα ένας φόβος που δεν έχει βρει άλλον τρόπο να εκφραστεί. Πολλές φορές, το «δεν μπορώ άλλο» ίσως να σημαίνει «δεν ξέρω πως να σου εξηγήσω αυτό που νιώθω χωρίς να φοβάμαι ότι θα απορριφθώ». Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συμπεριφορά δικαιολογείται επειδή πίσω της μπορεί να υπάρχει ένας φόβος, ούτε ότι οι πληγές μας μάς απαλλάσσουν απο την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόμαστε στους άλλους. Σημαίνει όμως ότι, αν καταφέρουμε να κοιτάξουμε λίγο πιο βαθιά, ίσως μπορέσουμε να καταλάβουμε τι είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Ίσως αντί για το «πάλι τα ίδια κάνεις», να μπορέσουμε να κάνουμε χώρο για το «τι ήταν αυτό που άκουσες απο εμένα και σε πλήγωσε τόσο;» Γιατί πολλές φορές τις λέξεις που μας λέει ο άλλος, τις περνάμε μέσα απο όλα όσα έχουμε ήδη μάθει να πιστεύουμε για τον εαυτό μας. Αν μέσα μας υπάρχει το «δεν είμαι αρκετός», τότε θα ακούμε κριτική κάθε φορά που κάποιος θα προσπαθεί να μας επικοινωνήσει μια ανάγκη. Αν μέσα μας υπάρχει η εγκατάλειψη, τότε μπορεί να ακούσουμε απόσταση ακόμα και σε μια στιγμή που ο άλλος απλώς χρειάζεται λίγο χρόνο για τον εαυτό του. Και αν μέσα μας υπάρχει το «για να με αγαπήσουν πρέπει να προσπαθώ συνεχώς» τότε μπορεί να εξαντληθώ προσπαθώντας να κρατήσω κοντά μου έναν άνθρωπο που ίσως δεν μου ζήτησε ποτέ να αποδείξω τίποτα.

Έχει σημασία λοιπόν, όταν ξεκινάει η διαφωνία να γίνεται πιο έντονη, να σταματήσουμε και να αναρωτηθούμε «Με ποιόν μιλάω εγώ τώρα; Με τον άνθρωπο που έχω απέναντί μου ή με κάποιον απο το παρελθόν μου; Σε ποιόν πραγματικά χρειάζομαι να τα πω όλα αυτά; Και τι πραγματικά θέλω να πω στον άνθρωπό μου;»

Γιατί στον καβγά δεν είμαστε ποτέ μόνο δύο.

Είμαστε εμείς, ο άλλος, οι φόβοι του και οι φόβοι μας, οι ανασφάλειές του και οι ανασφάλειές μας, ο τρόπος που έχουμε μάθει να σχετιζόμαστε, ο τρόπος που μάθαμε να ζητάμε την αγάπη και που μάθαμε να προστατευόμαστε όταν φοβόμαστε ότι θα τη χάσουμε. 

Η μεγαλύτερη αλλαγή σε μια σχέση, έρχεται όταν καταφέρνουμε να αντέξουμε πως ο κάθε ένας έχει το δικό του δίκιο και αυτό δεν μας κάνει εχθρούς, καθώς ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να προστατεύσει κάτι ευάλωτο μέσα του όπως κι εμείς. Τότε, αντί να συνεχίσουμε, ίσως να μπορέσουμε για μια στιγμή να σταματήσουμε και να αναρωτηθούμε «Όντως δεν με σκέφτεται ποτέ ή εγώ φοβάμαι πως δεν είμαι αρκετά σημαντική/ός για εκείνον/η;».

Μέσα απο τη θεραπεία ζεύγους, το ζευγάρι καταφέρνει να αναγνωρίσει το δικό του ξεχωριστό χορό και να δει τι είναι αυτό που κάνει τον έναν να απομακρύνεται απο τον άλλον. Τι φοβάται ο καθένας και πως, στην προσπάθειά του να προστατευτεί, καταλήγει τελικά να επιβεβαιώνει τον φόβο του άλλου. Η θεραπεία βοηθάει το ζευγάρι να βγεί για λίγο απο αυτόν τον χορό και να τον παρατηρήσει. Όχι για να βρεθεί ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, ούτε για να αποφασιστεί ποιος φταίει περισσότερο. Αλλά για να μπορέσουν και οι δύο να καταλάβουν τι συμβαίνει ανάμεσά τους. Να αναγνωρίσουν ότι πολλές φορές δεν είναι ο ένας απέναντι στον άλλον, αλλά και οι δύο απέναντι σε έναν τρόπο επικοινωνίας και σύνδεσης που τους εγκλωβίζει. Μέσα απο τη θεραπεία καταφέρνουν να ακουστούν όχι μόνο οι λέξεις του καβγά, αλλά και όσα κρύβονται πίσω απο αυτές. Η ανάγκη για σύνδεση πίσω απο το θυμό, η ανάγκη να νιώσω ότι με βλέπεις, με καταλαβαίνεις, ότι είμαι σημαντική/ός για εσένα.

Και τότε συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Ο ένας δεν ακούει πια μόνο την επίθεση, αλλά βλέπει το φόβο του άλλου. Και ο άλλος δεν βλέπει μόνο την απόσταση, αλλά την προσπάθεια της/ου συντρόφου να προστατευτεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυσκολίες εξαφανίζονται. Σημαίνει όμως ότι το ζευγάρι μπορεί να αρχίσει να τις αντιμετωπίζει μαζί. Να περάσει σιγά σιγά απο το «εσύ φταις» στο «τι μας συμβαίνει όταν μπαίνουμε σε αυτόν τον κύκλο;».

Έτσι μαθαίνουν και οι δύο να στέκονται, για πρώτη φορά μαζί, απέναντι σε αυτό που τους απομακρύνει.

Από αυτή την οπτική, η θεραπεία ζεύγους δεν αφορά μόνο τη διαχείριση των συγκρούσεων. Αφορά, σε μεγάλο βαθμό, την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το ζευγάρι συνδέεται, αποσυνδέεται και επανασυνδέεται. Στόχος δεν είναι να μην υπάρξει ξανά σύγκρουση, αλλά να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι δύο άνθρωποι συναντιούνται μέσα σε αυτή.



Εμμανουέλα Κολλιοπούλου,                                                                                                                                                                  Ψυχολόγος(BSc), Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια








Βιβλιογραφία


Share